αρμόδιος

(προωθήθηκε από αρμόδια)
Μεταφράσεις

αρμόδιος

(ar'moðios) αρσενικό

αρμόδια

(ar'moðia) θηλυκό

αρμόδιο

(ar'moðio) ουδέτερο
επίθετο
ειδικός αρμόδια υπηρεσία

αρμόδιος

αρσενικό

αρμόδια

responsible, qualifiedمُؤَهَّلkvalifikovanýkvalificeretqualifiziertcalificado, cualificadopäteväqualifiéuvjetanqualificato資格のある자격 있는gekwalificeerdkvalifisertwykwalifikowanyqualificadoквалифицированныйmeriteradที่มีคุณสมบัติnitelikliđủ trình độ有资格的 θηλυκό
ουσιαστικό
ο κατάλληλος άνθρωπος Ο αρμόδιος λείπει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close