| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.217.841 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αρμόδιος |
0,01 sec. |
|
|
αρμόδιος responsible, qualified مُؤهَل kvalifikovaný kvalificeret qualifiziert calificado, cualificado pätevä qualifié kvalificiran qualificato 資格のある 자격 있는 gekwalificeerd kvalifisert wykwalifikowany qualificado квалифицированный meriterad ที่มีคุณสมบัติ nitelikli đủ trình độ 有资格的
επίθ α / θ / ουδ αρμόδιος, αρμόδια, αρμόδιο [ar'moðios, ar'moðia, ar'moðio] ουσ α / θ αρμόδιος, αρμόδια ο κατάλληλος άνθρωπος responsablepersonne compétente Ο αρμόδιος λείπει. Le responsable est absent. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|