αρνίσιος

(προωθήθηκε από αρνίσιο)
Μεταφράσεις

αρνίσιος

(ar'nisços)

αρνίσια

(ar'nisça)

αρνίσιο

(ar'nisço)
επίθετο
που προέρχεται από αρνί αρνίσιο κρέας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close