| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.228.561 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αρνούμαι |
0,01 sec. |
|
|
αρνούμαι deny, refuse, decline, disclaim rifuzi refuser отрицать, отказывать يَرفُض odmítnout afslå ablehnen rechazar kieltäytyä odbiti rifiutare 拒否する 거절하다 weigeren nekte odmówić recusar vägra ปฏิเสธ reddetmek từ chối 拒绝
ρ μεσοπαθ αρνούμαι [ar'nume] 1 δε δέχομαι refuser αρνούμαι μια πρόσκληση refuser une invitation αρνούμαι να υπακούσω refuser d'obéir 3 δεν παραδέχομαι nier αρνούμαι την ενοχή μου nier sa culpabilité Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|