Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.589.917 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αρπάζω

0,02 sec.
αρπάζω grab, seize, snatch, catch, clutch يَتَلَقف popadnout gribe ergreifen agarrar tarttua attraper grabiti afferrare ひっつかむ 움켜잡다 grijpen gripe porwać agarrar хватать ta tag i จับฉวย kavramak tóm 抢夺
ρ μετβ αρπάζω [ar'pazo]
1 πιάνω arrêter
αρπάζω την μπάλα attraper la balle
αρπάζω κπ απ' το χέρι saisir qqn par la main
2 κλέβω piquer
Της άρπαξαν την τσάντα. On lui a arraché le sac.
3 κολλάω buterheurter
αρπάζω μια αρρώστια attraper une maladie
4 καταλαβαίνω, πιάνω saisir
αρπάζω το νόημα saisir le sens
5 καίγομαι brûler
Το φαγητό άρπαξε. Le mets a brûlé.
αρπάζω φωτιά brûler
ρ μεσοπαθ αρπάζομαι [ar'pazome]
τσακώνομαι se quereller
Αρπάχτηκαν. Ils en sont venus aux mains.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.