αρρενωπός

(προωθήθηκε από αρρενωπή)
Μεταφράσεις

αρρενωπός

(areno'pos) αρσενικό

αρρενωπή

(areno'pi) θηλυκό

αρρενωπό

(areno'po) ουδέτερο
επίθετο
που έχει ανδρισμό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close