αρσενικός

(προωθήθηκε από αρσενική)
Μεταφράσεις

αρσενικός

(arseni'kos) αρσενικό

αρσενική

(arseni'ci) θηλυκό

αρσενικό

männlich, maskulinmale, masculinemasculin, mâleおとこ, 男, 男性, 男性のmannelijkmacho, masculinoذِكْرِيّmužskýmandligmachomiespuolinenmuškimaschio남자mannligmęskiмужскойmanligเป็นผู้ชายerkekthuộc phái nam男的, 男性זכר男性мъжки (arseni'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. του αρσενικού φύλου αρσενικό σκυλί
2. γραμματική γένoς επιθέτου αρσενικό ουσιαστικό αρσενικό γένος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close