| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.244.524 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αρσενικός |
0,01 sec. |
|
|
αρσενικός männlich, maskulin male, masculine mâle, masculin おとこ, 男, 男性, 男性の mannelijk macho, masculino ذَكَرِي mužský af hankøn macho miespuolinen muški maschio 남성의 mannlig męski мужской manlig ซึ่งเป็นของผู้ชาย erkek thuộc giống đực 男的, 男性 мъжки 男性 זכר
επίθ α / θ / ουδ αρσενικός, αρσενική, αρσενικό [arseni'kos, arseni'ci, arseni'ko] 1 του αρσενικού φύλου mâle αρσενικό σκυλί un chien mâle 2 γένoς επιθέτου masculin/-ine αρσενικό ουσιαστικό un substantif masculin αρσενικό γένος le genre masculin ουσ ουδ αρσενικό άνθρωπος ή ζώο αρσενικού γένους mâle Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|