Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.894.244.524 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αρσενικός

0,01 sec.
αρσενικός männlich, maskulin male, masculine mâle, masculin おとこ, 男, 男性, 男性の mannelijk macho, masculino ذَكَرِي mužský af hankøn macho miespuolinen muški maschio 남성의 mannlig męski мужской manlig ซึ่งเป็นของผู้ชาย erkek thuộc giống đực 男的, 男性 мъжки 男性 זכר
επίθ α / θ / ουδ αρσενικός, αρσενική, αρσενικό [arseni'kos, arseni'ci, arseni'ko]
1 του αρσενικού φύλου mâle
αρσενικό σκυλί un chien mâle
2 γένoς επιθέτου masculin/-ine
αρσενικό ουσιαστικό un substantif masculin
αρσενικό γένος le genre masculin
ουσ ουδ αρσενικό
άνθρωπος ή ζώο αρσενικού γένους mâle


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.