| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.246.468 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αρτηρία |
0,01 sec. |
|
|
αρτηρία Arterie artery arteria valtimo artère artéria, ér slagæð arteria 動脈 slagader arterie, pulsåre tętnica artéria arterija артерија artär, pulsåder atardamar شُريان tepna arterie arterija 동맥 артерия เส้นเลือดแดงที่นำเลือดแดงออกจากหัวใจ động mạch 动脉 артерия 動脈 עורק
ουσ θ αρτηρία [arti'ria] αγγείο artère Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|