αρχίζω

Μεταφράσεις

αρχίζω

(ar'çizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ξεκινάω αρχίζω δίαιτα

αρχίζω

anfangen, anfangen mit, beginnenbegin, startcommencerbeginnen, startenيَبْدَأُzačítbegynde, startecomenzar, empezaralkaa, aloittaapočetiiniziare始める...을 시작하다, 시작하다begynne, starterozpocząć, zacząćcomeçarначинатьbörjaเริ่ม, เริ่ม เริ่มทำ เริ่มต้นbaşlamakbắt đầu开始
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. είμαι σε φάση που Αρχίζω να παχαίνω.
2. ξεκινάω Άρχισε να τραγουδάει. Λοιπόν, αρχίζω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close