αρχαιολόγος

Μεταφράσεις

αρχαιολόγος

archaeologist, antiquarian, antiquaryarchéologueعالِم آثارarcheologarkæologArchäologearqueólogoarkeologiarheologarcheologo考古学者고고학자archeoloogarkeologarcheologarqueólogoархеологarkeologนักโบราณคดีarkeolognhà khảo cổ考古学家考古學家 (arxeo'loɣos)
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
που ασχολείται με την αρχαιολογία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close