| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.261.328 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αρχαιότητα |
0,01 sec. |
|
|
αρχαιότητα antiquity antiquité antichità antigüedad antiguidade
ουσ θ αρχαιότητα [arçe'otita] προχριστιανική περίοδος antiquité κατά την αρχαιότητα pendant l'antiquité ουσ θ πληθυντικός αρχαιότητες [arçe'otites] τα αρχαία μνημεία antiquités Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|