αρχείο

Μεταφράσεις

αρχείο

archive, filearchive, fichierأَرْشِيفarchivarkivArchivarchivoarkistoarhivarchivio文書館기록 보관소archiefarkivarchiwumarquivoархивarkivสถานที่เก็บเอกสารสำคัญarşivhồ sơ lưu trữ档案文件, 文件קובץ (ar'çio)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. συλλογή δεδομένων ιστορικό αρχείο
2. ο χώρος όπου φυλάγεται ένα αρχείο έχω πρόσβαση σε αρχείο
3. πληροφορική ηλεκτρονικός φάκελλος ανοίγω ένα αρχείο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close