| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.911.048 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αρχειοθετώ |
0,02 sec. |
|
αρχειοθετώ archive, file archiveren, opslaan arkivera يَحفَظ في ملف založit arkivere abheften archivar arkistoida classer pohraniti archiviare ファイルする 철하다 arkivere złożyć do act arquivar архивировать จัดเข้าแฟ้ม dosyalamak lưu hồ sơ 归档保存 ρ μετβ αρχειοθετώ [arçioθe'to] οργανώνω ένα αρχείο archiver Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|