| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.262.705 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αρχηγία |
0,01 sec. |
|
|
αρχηγία leadership leadership leadership liderazgo Führung руководство leiderschap liderança القيادة przywództwo лидерство 领导 領導 vedení lederskab johtajuus מנהיגות リーダーシップ 리더십 ledarskap
ουσ θ αρχηγία [arçi'ʝia] ηγεσία commandement αναλαμβάνω την αρχηγία ενός στρατού prendre le commandement d'une armée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|