| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.256.004 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ασημόχαρτο |
0,04 sec. |
|
ασημόχαρτο وَرَق فضي hliníková fólie sølvpapir Aluminiumfolie tinfoil papel de aluminio folio papier d’aluminium alufolija stagnola アルミ箔 은박지 aluminiumfolie aluminiumsfolie folia aluminiowa papel de estanho оловянная фольга aluminiumfolie แผ่นอะลูมิเนียมที่ใช้ในครัว kalay yaldızı giấy thiếc 锡箔纸 ουσ ουδ ασημόχαρτο [asi'moxarto] αλουμινόχαρτο papier aluminiumpapier alu Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|