ασθενικός

(προωθήθηκε από ασθενική)
Μεταφράσεις

ασθενικός

(asθeni'kos) αρσενικό

ασθενική

(asθeni'ci) θηλυκό

ασθενικό

asthéniquefeeble (asθeni'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. αδύναμος ασθενική φωνή
2. που αρρωσταίνει εύκολα ασθενικό παιδί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close