| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.890.816 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ασθενοφόρο |
0,02 sec. |
|
ασθενοφόρο ambulance ambulance سيارة إسعاف sanitka ambulance Rettungswagen ambulancia ambulanssi kola hitne pomoći ambulanza 救急車 구급차 ambulance ambulanse karetka pogotowia ambulância машина скорой помощи ambulans รถพยาบาล cankurtaran xe cứu thương 救护车 ουσ ουδ ασθενοφόρο [asθeno'foro] όχημα νοσοκομείου ambulance Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|