Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.675.794 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ασκώ
(προωθήθηκε από ασκούμαι)

0,02 sec.
ασκώ exercise, practice, exert, practise, pursue entrenar exercer
ρ μετβ ασκώ [a'sko]
1 γυμνάζω exercer
ασκώ τους μύς μου exercer ses muscles
2 ασχολούμαι με κτ exercer
ασκώ ένα επάγγελμα exercer une profession
3 κάνω χρήση faire usage
ασκώ το εκλογικό μου δικαίωμα exercer son droit de vote
4 εφαρμόζω respecterappliquer
ασκώ γοητεία exercer son charme
ρ μεσοπαθ ασκούμαι [a'skume]
εξασκούμαι s'exercer
ασκούμαι στο πιάνο s'exercer au piano


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.