ασκώ

Μεταφράσεις

ασκώ

exercise, practice, exert, practise, pursueentrenarexercerпрактиковать (a'sko)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. γυμνάζω ασκώ τους μύς μου
2. ασχολούμαι με κτ ασκώ ένα επάγγελμα
3. κάνω χρήση ασκώ το εκλογικό μου δικαίωμα
4. εφαρμόζω ασκώ γοητεία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close