Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.192.109 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ασκώ δίωξη

0,03 sec.
ασκώ δίωξη يضطهد
ασκώ δίωξη trestně stíhat
ασκώ δίωξη retsforfølge
ασκώ δίωξη gerichtlich verfolgen
ασκώ δίωξη prosecute
ασκώ δίωξη enjuiciar
ασκώ δίωξη asettaa syytteeseen
ασκώ δίωξη poursuivre
ασκώ δίωξη tužiti
ασκώ δίωξη perseguire
ασκώ δίωξη 起訴する
ασκώ δίωξη 기소하다
ασκώ δίωξη procederen
ασκώ δίωξη stille for retten
ασκώ δίωξη wstąpić na drogę sądową
ασκώ δίωξη processar
ασκώ δίωξη åtala
ασκώ δίωξη ฟ้องร้อง
ασκώ δίωξη dava açmak
ασκώ δίωξη truy tố
ασκώ δίωξη 起诉


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.