Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.121.174 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ασκώ πίεση

0,03 sec.
ασκώ πίεση يُلقي بضغط
ασκώ πίεση učinit nátlak
ασκώ πίεση trykke
ασκώ πίεση unter Druck setzen
ασκώ πίεση pressure
ασκώ πίεση presionar
ασκώ πίεση painostaa
ασκώ πίεση faire pression
ασκώ πίεση vršiti pritisak
ασκώ πίεση esercitare pressione
ασκώ πίεση 圧力を加える
ασκώ πίεση 압력을 가하다
ασκώ πίεση onder druk zetten
ασκώ πίεση legge press på
ασκώ πίεση nakłonić
ασκώ πίεση pressionar
ασκώ πίεση utöva pågryckning
ασκώ πίεση กดดันให้ทำ
ασκώ πίεση baskı yapmak
ασκώ πίεση gây áp lực
ασκώ πίεση 施加压力


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.