ασπρίζω

Μεταφράσεις

ασπρίζω

(a'sprizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
βάφω άσπρο ασπρίζω τον τοίχο

ασπρίζω

whitewash
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
γίνομαι άσπρος μαλλιά που ασπρίζουν
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close