| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.764.004 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αστάθεια |
0,02 sec. |
|
αστάθεια instability, inconstancy instabilité عدم الثبات nestabilnost ustabilitet Instabilität inestabilidad epävakaisuus nestabilnost instabilità 不安定 불안정 instabiliteit ustabilitet niestałość instabilidade нестабильность instabilitet ความไม่แน่นอน dengesizlik tính không ổn định 不稳定 ουσ θ αστάθεια [a'staθia] έλλειψη σταθερότητας instabilité οικονομική αστάθεια l'instabilité économique συναισθηματική αστάθεια instabilité affective Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|