| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.322.795 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αστάθεια |
0,01 sec. |
|
|
αστάθεια instability, inconstancy instabilité عدم الثبات nestabilnost ustabilitet Instabilität inestabilidad epävakaisuus nestabilnost instabilità 不安定 불안정 instabiliteit ustabilitet niestałość instabilidade нестабильность instabilitet ความไม่แน่นอน dengesizlik tính không ổn định 不稳定 нестабилност 不穩定
ουσ θ αστάθεια [a'staθia] έλλειψη σταθερότητας instabilité οικονομική αστάθεια l'instabilité économique συναισθηματική αστάθεια instabilité affective Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|