αστός

(προωθήθηκε από αστή)
Μεταφράσεις

αστός

(a'stos) αρσενικό

αστή

townsman (a'sti) θηλυκό
ουσιαστικό
που ανήκει στην αστική τάξη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close