| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.359.952 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ασταμάτητος |
0,02 sec. |
|
ασταμάτητος continu, continuel, incessant, ininterrompu incessant επίθ α / θ / ουδ ασταμάτητος, ασταμάτητη, ασταμάτητο [asta'matitos, asta'matiti, asta'matito] επίρρ ασταμάτητα [asta'matita] χωρίς παύση sans arrêtsans cesse Φωνάζει ασταμάτητα. Il crie sans arrêt. |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|