ασταμάτητος

(προωθήθηκε από ασταμάτητο)
Μεταφράσεις

ασταμάτητος

(asta'matitos) αρσενικό

ασταμάτητη

(asta'matiti) θηλυκό

ασταμάτητο

continu, continuel, incessant, ininterrompuincessant (asta'matito) ουδέτερο
επίθετο
αδιάκοπος ασταμάτητη φλυαρία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close