Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.894.327.262 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αστείος

0,02 sec.
αστείος funny, comic, farcical, jocular drôle مضحك legrační sjov witzig gracioso, divertido huvittava smiješan divertente 面白い 우스운 grappig morsom zabawny engraçado забавный rolig ตลก komik buồn cười 好笑的 מצחיק
επίθ α / θ / ουδ αστείος, αστεία, αστείο [a'stios, a'stia, a'stio]
1 κωμικός drôleamusant/-ante
αστεία ιστορία une histoire drôle/amusante
To βρίσκεις αστείο; Tu trouves ça drôle/marrant?
2 ασήμαντος médiocre
αστείο πρόβλημα un problème insignifiant
ουσ ουδ αστείο
1 διασκεδαστική αφήγηση blague; plaisanterie
λέω ένα αστείο raconter une blague
2 πλάκα, φάρσα plaisanteriefarce
κάνω ένα αστείο faire une farce
λεω κτ στ' αστεία
δε μιλάω σοβαρά dire qqch pour rigoler/par plaisanterie


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.