| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.914.255 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αστειεύομαι |
0,02 sec. |
|
αστειεύομαι joke plaisanter, blaguer يمزح vtipkovat fortælle vittigheder scherzen bromear vitsailla šaliti se scherzare 冗談を言う 농담하다 grappen maken spøke zażartować brincar шутить skämta พูดตลก şaka yapmak nói đùa 开玩笑 ρ μεσοπαθ αστειεύομαι [asti'evome] κάνω πλάκα plaisanter Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|