| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.728.211 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αστερισμός |
0,01 sec. |
|
αστερισμός constellació souhvězdí stjernebillede Sternbild constellation constelación tähdistö, tähtikuvio constellation costellazione 星座 sterrenbeeld gwiazdozbiór, konstelacja constelação созвездие ozvezdje konstellation, stjärnbild ουσ α αστερισμός [asteri'zmos] 1 ομάδα αστέρων που σχηματίζει μια μορφή constellation o αστερισμός της Μεγάλης Άρκτου la constellation de la Grande Ourse 2 ζώδιο Sagittaire o αστερισμός του Ταύρου le signe du zodiaque Taureau Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|