αστιγματισμός

Μεταφράσεις

αστιγματισμός

astigmatismastigmatisme (astiɣmati'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
πάθηση του ματιού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close