αστραπιαίος

(προωθήθηκε από αστραπιαίο)
Μεταφράσεις

αστραπιαίος

(astrapi'eos) αρσενικό

αστραπιαία

(astrapi'ea) θηλυκό

αστραπιαίο

(astrapi'eo) ουδέτερο
επίθετο
εξαιρετικά γρήγορος αστραπιαία αντίδραση
με πολύ μεγάλη ταχύτητα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close