αστραφτερός

(προωθήθηκε από αστραφτερό)
Μεταφράσεις

αστραφτερός

(astrafte'ros) αρσενικό

αστραφτερή

(astrafte'ri) θηλυκό

αστραφτερό

radiant (astrafte'ro) ουδέτερο
επίθετο
1. πολύ λαμπερός αστραφτερό διαμάντι
2. μεταφορικά πολύ φωτεινός αστραφτερό χαμόγελο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close