αστυνομικός

Μεταφράσεις

αστυνομικός

αρσενικό

αστυνομική

(astinomi'ci) θηλυκό

αστυνομικό

(astinomi'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με την αστυνομία αστυνομικό τμήμα
2. που γίνεται από την αστυνομία αστυνομικός έλεγχος
η επίσημη κάρτα με τα στοιχεία μας
3. σχετικός με αστυνομική δράση αστυνομικό μυθιστόρημα

αστυνομικός

полицайpolice officer, policeman, coppolicier, flic, gardien de la paixشُرْطيّ, شُرْطِيّpolicajt, policistapolitibetjent, politimandBulle, Polizistpolicía, agente de policía, polikyttä, poliisipolicajacagente di polizia, poliziotto警官, 警察官경찰, 경찰관politieagent, politiebeambte, smerispolitibetjent, politimann, snutglina, policjantagente da polícia, policial, políciaполицейскийpolis, snutเจ้าหน้าที่ตำรวจ, ตำรวจ, ตำรวจชายaynasız, erkek polis, polis görevlisicảnh sát, nam cảnh sát, viên cảnh sát警官, 警察המשטרה αρσενικό-θηλυκό
ουσιαστικό
υπάλληλος αστυνομίας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close