ασυγκράτητος

(προωθήθηκε από ασυγκράτητη)
Μεταφράσεις

ασυγκράτητος

(asiŋ'gratitos) αρσενικό

ασυγκράτητη

(asiŋ'gratiti) θηλυκό

ασυγκράτητο

uncontrollable (asiŋ'gratito) ουδέτερο
επίθετο
ασταμάτητος ασυγκράτητος βήχας ασυγκράτητα γέλια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close