ασυγχώρητος

(προωθήθηκε από ασυγχώρητο)
Μεταφράσεις

ασυγχώρητος

(asiŋ'xoritos) αρσενικό

ασυγχώρητη

(asiŋ'xoriti) θηλυκό

ασυγχώρητο

inexcusable, unforgivableimpardonnable, inexcusable (asiŋ'xorito) ουδέτερο
επίθετο
αδικαιολόγητος ασυγχώρητο λάθος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close