| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.350.468 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ασυγχώρητος |
0,01 sec. |
|
|
ασυγχώρητος inexcusable, unforgivable impardonnable, inexcusable
επίθ α / θ / ουδ ασυγχώρητος, ασυγχώρητη, ασυγχώρητο [asiŋ'xoritos, asiŋ'xoriti, asiŋ'xorito] αδικαιολόγητος impardonnable ασυγχώρητο λάθος une erreur impardonnable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|