ασυμβίβαστος

(προωθήθηκε από ασυμβίβαστη)
Μεταφράσεις

ασυμβίβαστος

(asim'vivastos) αρσενικό

ασυμβίβαστη

(asim'vivasti) θηλυκό

ασυμβίβαστο

incompatible, uncompromising, unyielding호환되지 않는niezgodne不相容несъвместимиincompatívelغير متوافق (asym'vivasto) ουδέτερο
επίθετο
αταίριαστος, αντίθετος ασυμβίβαστες μέθοδοι (με)
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close