| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.258.053 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ασυμβίβαστος |
0,01 sec. |
|
ασυμβίβαστος incompatible, uncompromising, unyielding επίθ α / θ / ουδ ασυμβίβαστος, ασυμβίβαστη, ασυμβίβαστο [asim'vivastos, asim'vivasti, asym'vivasto] αταίριαστος, αντίθετος incompatibleinconciliable ασυμβίβαστες μέθοδοι με des méthodes incompatibles (avec) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|