| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.355.156 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ασυνήθιστος |
0,01 sec. |
|
|
ασυνήθιστος extraordinary, unusual, offbeat inhabituel غير معتاد neobvyklý usædvanlig ungewöhnlich inusual epätavallinen neobičan insolito 普通でない 유별난 ongewoon uvanlig niezwykły incomum необычный ovanlig ผิดปรกติ alışılmadık khác thường 不寻常的, 不寻常 необичайни 不尋常 יוצא דופן
επίθ α / θ / θ ασυνήθιστος, ασυνήθιστη, ασυνήθιστο [asi'niθistos, asi'niθisti, asi'niθisto] 1 ιδιαίτερος, περίεργος inhabituel/-elle ασυνήθιστος άνθρωπος un homme inhabituel ασυνήθιστο ντύσιμο des vêtements inhabituels Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|