| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.356.262 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ασυναίσθητος |
0,01 sec. |
|
|
ασυναίσθητος unwitting
επίθ α / θ / ουδ ασυναίσθητος, ασυναίσθητη, ασυναίσθητο [asi'nesθitos, asi'nesθiti, asi'nesθito] που γίνεται ασυνείδητα inconscient/-enteinvolontaire επίρρ ασυναίσθητα [asi'nesθita] χωρίς να σκεφτώ sans s'en rendre compteinconsciemment Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|