| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.514.606 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ασυνείδητος |
0,01 sec. |
|
ασυνείδητος unscrupulous, unwitting επίθ α / θ / ουδ ασυνείδητος, ασυνείδητη, ασυνείδητο [asi'niðitos, asi'niðiti, asi'niðito] 1 ασυναίσθητος inconscient/-iente ασυνείδητη κίνηση un geste inconscient 2 ανεύθυνος inconscient/-iente ασυνείδητος οδηγός un conducteur inconscient ουσ ουδ ασυνείδητο το μέρος της μνήμης στο οποίο δεν έχουμε πρόσβαση inconscient Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|