| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.272.745 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ασυνεπής |
0,01 sec. |
|
ασυνεπής unreliable επίθ α/θ / ουδ ασυνεπής, ασυνεπές [asine'pis, asine'pes] που δεν κάνει αυτό που λέει qui manque à ses engagements Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|