| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.514.336 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ασυνόδευτος |
0,03 sec. |
|
ασυνόδευτος unaccompanied, unattended ασυνόδευτος بدون مُرافق ασυνόδευτος nehlídaný ασυνόδευτος uden opsyn ασυνόδευτος unbeaufsichtigt ασυνόδευτος desatendido ασυνόδευτος valvomaton ασυνόδευτος sans surveillance ασυνόδευτος ostavljen ασυνόδευτος incustodito ασυνόδευτος 番人のいない ασυνόδευτος 내버려둔 ασυνόδευτος niet begeleid ασυνόδευτος uten tilsyn ασυνόδευτος pozostawiony bez nadzoru ασυνόδευτος abandonado ασυνόδευτος без присмотра ασυνόδευτος obemannad ασυνόδευτος ไม่เอาใจใส่ ασυνόδευτος sahipsiz ασυνόδευτος không được chăm sóc ασυνόδευτος 没人照顾的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|