ασφάλεια

Μεταφράσεις

ασφάλεια

safety, security, insurance, fusesekurecoأَمْن, سَلامَة, مِصْهَرbezpečí, bezpečnostní opatření, pojistkasikkerhed, sikringSicherheit, Sicherungseguridad, fusiblesytytyslanka, turvallisuus, turvatoimetfusible, sécuritéosigurač, osiguranje, sigurnostfusibile, sicurezzaヒューズ, 安全, 防護보안, 안전, 퓨즈beveiliging, veiligheid, zekeringsikkerhet, sikringbezpieczeństwo, zapalniksegurança, fusívelбезопасность, плавкий предохранительsäkerhet, säkringความปลอดภัย, ฟิวส์güvenlik, sigortaan ninh, cầu chì, sự an toàn安全, 保险丝безопасностבטיחות安全 (a'sfalia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. σιγουριά και προστασία δημόσια ασφάλεια το Σώμα Ασφαλείας
2. μηχανισμός προστασίας κλειδαριά πόρτα ασφαλείας
3. προστασία από βραχυκύκλωμα Κάηκε η ασφάλεια.
4. ασφάλιση ασφάλεια ζωής ασφάλεια κλοπής
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close