| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.365.923 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ασφαλής |
0,01 sec. |
|
|
ασφαλής safe, secure sauf, sûr, hors de danger آمِنْ bezpečný sikker sicher seguro turvallinen siguran sicuro 安全な 안전한 veilig trygg bezpieczny seguro безопасный säker ปลอดภัย güvenli an toàn 安全的, 安全 безопасен 安全 בטוח
επίθ α/θ / ουδ ασφαλής, ασφαλές [asfa'lis, asfa'les] προστατευμένος, σίγουρος en sécuritésûr, sûre είμαι ασφαλής être en sécurité Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|