| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.332.074 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ασφαλής |
0,03 sec. |
|
ασφαλής safe, secure sauf, sûr, hors de danger آمِنْ bezpečný sikker sicher seguro turvallinen siguran sicuro 安全な 안전한 veilig trygg bezpieczny seguro безопасный säker ปลอดภัย güvenli an toàn 安全的 επίθ α/θ / ουδ ασφαλής, ασφαλές [asfa'lis, asfa'les] προστατευμένος, σίγουρος en sécuritésûr, sûre είμαι ασφαλής être en sécurité Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|