| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.367.001 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ασφαλίζω |
0,01 sec. |
|
|
ασφαλίζω insure, secure, underwrite asegurar assurer يُؤَمن pojistit forsikre versichern vakuuttaa osigurati assicurare 保険をかける 보증하다 verzekeren forsikre ubezpieczyć assegurar страховать försäkra ประกัน sigortalamak bảo hiểm 投保
ρ μετβ ασφαλίζω [asfa'lizo] 2 κλείνω καλά verrouiller ασφαλίζω την πόρτα verrouiller la porte Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|