ασφαλίζω

Μεταφράσεις

ασφαλίζω

insure, secure, underwriteasegurarassurerيُؤَمِّنُpojistitforsikreversichernvakuuttaaosiguratiassicurare保険をかける보증하다verzekerenforsikreubezpieczyćassegurarстраховатьförsäkraประกันsigortalamakbảo hiểm投保 (asfa'lizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω ασφάλιση ασφαλίζω το σπίτι μου
2. κλείνω καλά ασφαλίζω την πόρτα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close