ασφαλισμένος

Μεταφράσεις

ασφαλισμένος

insured

ασφαλισμένος

مُؤَمَّن عَلَيْهِ

ασφαλισμένος

pojištěný

ασφαλισμένος

forsikret

ασφαλισμένος

versichert

ασφαλισμένος

asegurado

ασφαλισμένος

vakuutettu

ασφαλισμένος

assuré

ασφαλισμένος

osiguran

ασφαλισμένος

assicurato

ασφαλισμένος

保険をかけた

ασφαλισμένος

보험에 든

ασφαλισμένος

verzekerd

ασφαλισμένος

forsikret

ασφαλισμένος

ubezpieczony

ασφαλισμένος

segurado

ασφαλισμένος

застрахованный

ασφαλισμένος

försäkrad

ασφαλισμένος

ที่ได้ประกัน

ασφαλισμένος

sigortalı

ασφαλισμένος

được bảo hiểm

ασφαλισμένος

加入保险的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close