ασφυκτικός

Μεταφράσεις

ασφυκτικός

(asfikti'kos) αρσενικό

ασφυκτική

(asfikti'ci) θηλυκό

ασφυκτικό

asphyxiating, swelteringasphyxiant, étouffantشَدِيدُ الـحَرّparnýbagende varmglühend heißsofocanteläkähdyttävän kuumasparnitorridoうだるように暑い무더운smoorheettrykkendedusznyabafadoжаркийtryckande värmeร้อนมากboğucu sıcakoi ả闷热的 (asfikti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. πνιγηρός ασφυκτική ατμόσφαιρα
2. μεταφορικά καταπιεστικός ασφυκτική σχέση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close