| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.894.922.829 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ασφυκτιώ |
0,01 sec. |
|
|
ασφυκτιώ asphyxiate, suffocate يَخنِق udusit kvæle ersticken asfixiar tukehtua suffoquer gušiti soffocare 窒息する 질식하다 verstikken kvele zadławić się sufocar задыхаться kvävas หายใจไม่ออก boğmak làm ngạt 窒息
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|