ασφυκτιώ

Μεταφράσεις

ασφυκτιώ

asphyxiate, suffocateيَخْنُقudusit sekvæleerstickenasfixiartukehtuasuffoquergušitisoffocare窒息する질식하다verstikkenkvelezadławić sięsufocarзадыхатьсяkvävasหายใจไม่ออกboğmaklàm ngạt窒息 (asfikti'o)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
καταπιέζομαι Ασφυκτιώ μέσα στο σπίτι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close